Κριτική ανάγνωση
Reliquia dell’umano: μια μορφή που επιμένει μέσα στο γκρίζο
Μαύρα περιγράμματα και φωτεινές λευκές περιοχές χαράζουν μια πιθανή παρουσία μέσα σε μια εκτεταμένη γκρίζα μορφή. Το σώμα αναγνωρίζεται και αμέσως διαλύεται.

Κριτική ανάγνωση
Η αρχειακή καταχώριση του Reliquia dell’umano αναφέρει το 1966 και διαστάσεις 30 × 38 cm, χωρίς να δηλώνει την τεχνική. Η φωτογραφία δείχνει μια μεγάλη γκρίζα περιοχή με στρογγυλεμένα όρια, πάνω σε ανοιχτόχρωμο υπόστρωμα. Στο εσωτερικό της μπλέκονται μαύρα σημάδια, λευκές ανοιχτές περιοχές και γκρίζες μεταβάσεις που υποδηλώνουν μια μορφή χωρίς να ορίζουν συνεκτική ανατομία. Πάνω δεξιά ένα διακλαδισμένο σχήμα μπορεί να θυμίσει υψωμένα χέρια ή ένα κεφάλι αρθρωμένο σε μέρη· στο κέντρο και κάτω άλλες γραμμές καμπυλώνουν, ενώνονται και διακόπτονται. Ο αρχειακός τίτλος ανακαλεί ένα «κειμήλιο», αλλά η καταχώριση δεν τεκμηριώνει κανένα συγκεκριμένο τελετουργικό αντικείμενο.
Το εξωτερικό περιθώριο του γκρίζου πεδίου είναι σχετικά ήρεμο. Ανοίγεται σε ένα ακανόνιστο ωοειδές, με πιο ανοιχτούς τόνους πάνω και πυκνότερες ζώνες κάτω. Στο εσωτερικό, αντίθετα, τα σημάδια αλλάζουν κατεύθυνση και κλίμακα. Μια πλατιά καμπύλη ανεβαίνει από αριστερά και στρέφεται προς το κέντρο· μια οριζόντια γραμμή διασχίζει το σώμα της εικόνας· δεξιά μικρές παράλληλες πινελιές συγκεντρώνονται κάτω από μια ψηλότερη δομή. Το μάτι επιχειρεί να τις συνδέσει σαν μέλη σώματος, αλλά ορισμένες μεταβάσεις παραμένουν σκόπιμα αμφίσημες. Η μορφή δεν στέκεται μπροστά από το γκρίζο σαν πρόσωπο μπροστά σε φόντο: μοιάζει να γεννιέται από τις διαφορές της πυκνότητάς του.
Οι λευκές ανοιχτές περιοχές έχουν διαφορετικά σχήματα. Μια μεγάλη ζώνη πάνω αριστερά ανοίγει τον χώρο· άλλες, στενότερες, σφηνώνονται ανάμεσα στα μαύρα σημάδια δεξιά. Κάτω μια φωτεινή μετάβαση χωρίζει δύο σκοτεινές ζώνες και αλλάζει την κατεύθυνσή τους. Το μαύρο, με τη σειρά του, δεν είναι ομοιόμορφη γραμμή: παχαίνει, λεπταίνει και κάποτε διαλύεται στο γκρίζο. Το αποτέλεσμα μοιάζει με σχέδιο συγκρατημένο μέσα σε μια υλική επιφάνεια, αλλά η αναπαραγωγή δεν αρκεί για να οριστεί ο τρόπος κατασκευής του. Η απουσία τεχνικής από την καταχώριση επιβάλλει να μείνουμε στην ορατή υφή και στις σχέσεις των μερών.
Η σύνθεση διατηρεί μια ιδιότυπη ταλάντωση ανάμεσα στην εγγύτητα και την απόσταση. Από μακριά το γκρίζο ωοειδές φαίνεται σαν απομονωμένο εύρημα πάνω στο φύλλο· από κοντά οι εσωτερικές πινελιές γίνονται αρκετά κινητικές ώστε να υποδηλώνουν χειρονομίες ή θραύσματα σώματος. Η υπογραφή και το 1966 δεν είναι εμφανή στο παρουσιαζόμενο μέρος της φωτογραφίας, αλλά η χρονολογία έχει καταγραφεί στον κατάλογο. Αυτός ο περιορισμός της εικόνας κάνει ακόμη πιο αναγκαία τη διάκριση ανάμεσα στο στοιχείο της καταχώρισης και τη μορφική ανάγνωση. Μπορούμε να αναγνωρίσουμε μια προσπάθεια μορφής, όχι να περιγράψουμε με βεβαιότητα στάση ή ταυτότητα.
Κριτικές όψεις
Το «Reliquia dell’umano» είναι καταλογική ονομασία που καθοδηγεί έντονα την αντίληψη. Η λέξη «κειμήλιο» μπορεί να υποβάλει παλαιότητα, λατρεία ή την επιβίωση ενός σώματος. Το έργο όμως δεν τεκμηριώνει εύρημα, αρχαιολογική πηγή ή ιερό θέμα. Η μεταφορά λειτουργεί όταν δηλώνει τον μερικό χαρακτήρα της μορφής: κάτι ανθρώπινο μοιάζει να μένει ανάμεσα σε ημιτελή σημάδια και επιφάνειες που φαίνονται φθαρμένες. Πέρα από αυτό το όριο θα αρχίζαμε να επινοούμε ιστορία. Η κριτική οφείλει να αφήσει την εικόνα να κρατήσει την αμφισημία της ανάμεσα σε σώμα, ίχνος και καθαρή μορφή.
Το πολύ εκτεταμένο γκρίζο πεδίο θα μπορούσε να πνίξει τα μαύρα σημάδια. Αντί γι’ αυτό τα κάνει λιγότερο σταθερά και συνεπώς πιο ενεργά. Τα φωτεινότερα μέρη προβάλλουν ορισμένες πινελιές· τα σκοτεινότερα τις απορροφούν ξανά. Μια αποκλειστικά γραμμική ανάγνωση, σαν να έπρεπε να ακολουθήσουμε ένα συνεχές περίγραμμα, αποτυγχάνει. Πρέπει να δούμε πώς κάθε θραύσμα εξαρτάται από τον γειτονικό τόνο. Αυτό ίσως δεν γίνεται αντιληπτό τόσο άμεσα όσο ένα σώμα απομονωμένο στο λευκό, αλλά αποτελεί το ιδιαίτερο γνώρισμα του έργου. Η μορφή χτίζεται στη σχέση σημαδιού και πεδίου, όχι από άθροισμα ανατομικών λεπτομερειών.
Η φωτογραφία υποδηλώνει μια σύνθετη επιφάνεια με διαβαθμίσεις και ίχνη που μοιάζουν με αποτυπώματα. Η καταχώριση δεν προσδιορίζει υλικά, υπόστρωμα ή διαδικασία. Δεν είναι λοιπόν σωστό να αποκαλέσουμε το έργο ανάγλυφο, τύπωμα ή χαρακτικό χωρίς άλλα έγγραφα, παρότι ορισμένα αποτελέσματα μπορεί να τα θυμίζουν. Και η σχέση ανάμεσα στο γκρίζο όριο και το ανοιχτόχρωμο φύλλο μπορεί να επηρεάζεται από την κατάσταση του πρωτοτύπου και τη φωτογράφιση. Η μορφική αξιολόγηση παραμένει δυνατή: η πλατιά περίμετρος συγκρατεί ένα πλέγμα σημαδιών που τείνει να γίνει μορφή και ταυτόχρονα αντιστέκεται σε αυτήν.
Η σύγκριση με το Idolo fragile, που καταγράφηκε επίσης το 1966, διευκρινίζει δύο τρόπους συνύπαρξης σώματος και σημαδιού. Στο «Idolo fragile» η μαύρη σιλουέτα είναι σαφής και οι φωτεινές ενότητες λειτουργούν στο εσωτερικό της· εδώ το σώμα δεν διαθέτει ένα ενιαίο περίγραμμα και τα μαύρα σημάδια αναδύονται από μια μεγάλη γκρίζα επιφάνεια. Η συγγένεια βρίσκεται στην προσπάθεια να εμφανιστεί το ανθρώπινο με λιτά μέσα, όχι στην επανάληψη μιας μορφής. Η σύγκριση μας οδηγεί από τη μετωπική σταθερότητα στη διασπορά χωρίς να κατασκευάζει ατεκμηρίωτη χρονολογική ακολουθία.
Αποτίμηση
Το «Reliquia dell’umano» πείθει επειδή δεν επιβάλλει την αναγνώριση. Η παρουσία που υποδηλώνεται μπορεί να φανεί, να χαθεί και να ξαναβρεθεί σε διαφορετικά σημεία της σύνθεσης. Η μεγάλη καμπύλη αριστερά, οι διακλαδισμένες γραμμές πάνω δεξιά και τα κάτω ανοίγματα δεν οργανώνονται σε πλήρως αναγνώσιμο σώμα· μαζί όμως δεν επιτρέπουν να θεωρηθεί το γκρίζο πεδίο καθαρή αφαίρεση αδιάφορη για τη μορφή. Σε αυτόν τον ενδιάμεσο χώρο το έργο αποκτά κριτικό βάθος. Το βλέμμα πρέπει να συμμετέχει χωρίς να επινοεί περισσότερα από όσα επιτρέπει η εικόνα.
Στο Il sigillo aperto του ίδιου 1966, μια μαύρη μάζα περιέχει φωτεινά ανοίγματα που μπορούν να γίνουν εσωτερικές μορφές. Εδώ η σχέση είναι λιγότερο σαφής: το γκρίζο μεσολαβεί ανάμεσα στο σημάδι και το φόντο, και το λευκό δεν εμφανίζεται μόνο ως κενό που διατρυπά. Και τα δύο έργα διερευνούν την εμφάνιση αμφίσημων παρουσιών, αλλά με διαφορετικά βάρη. Η σύγκριση δείχνει ότι ο περιορισμός των χρωμάτων δεν συνεπάγεται μία μόνο μορφική λύση· αρκεί να αλλάξει η πυκνότητα του πεδίου για να αλλάξει ο τρόπος που αναδύεται το σώμα.
Η στρογγυλεμένη εξωτερική μορφή έχει σχεδόν προστατευτική λειτουργία. Χωρίς αυτήν τα εσωτερικά σημάδια θα έμοιαζαν διάσπαρτα πάνω στο φύλλο· με αυτήν γίνονται μέρη ενός κοινού οργανισμού. Ταυτόχρονα, η ακανόνιστη άκρη δεν αφήνει να διαβαστεί το ωοειδές ως τέλειο δοχείο. Το έργο διατηρεί μια οπτική ευαλωτότητα σύμφωνη με τον καταλογικό τίτλο. Δεν γνωρίζουμε αν οφείλεται σε συγκεκριμένη διαδικασία ή σε επιλογή κατά την εφαρμογή του υλικού: η καταχώριση δεν το διευκρινίζει. Γνωρίζουμε ότι γίνεται αντιληπτή στις συνεχείς διαφορές ανάμεσα στα γκρίζα, τα μαύρα και τις ανοιχτόχρωμες περιοχές που παραμένουν φωτεινές.
Στο σύνολο του έργου του Αουγκούστο Όππο, το έργο του 1966 μαρτυρεί ένα ερώτημα που διατρέχει πολλές δημιουργίες: πόσο από τη μορφή μένει αναγνωρίσιμο όταν η ύλη την απορροφά; Εδώ η απάντηση δεν είναι ούτε μια βέβαιη σιλουέτα ούτε η εξαφάνισή της. Είναι ένα σύνολο ενδείξεων που κρατά το σώμα σε προσωρινή κατάσταση. Η θετική αποτίμηση προκύπτει από αυτό το μέτρο, όχι από την απόδοση τελετουργικού νοήματος. Το «κειμήλιο» μπορεί να παραμείνει χρήσιμη λέξη για ό,τι επιβιώνει· η συγκεκριμένη εμπειρία θέασης είναι η αργή ανάδυση μιας μορφής μέσα στο γκρίζο.